Φωτογραφίες - μικρογραφίες από το σταθμό

 

 

 

 

Διεύθυνση:      

Χαριλάου Τρικούπη 32 16675 - Γλυφάδα

Τηλέφωνο:

210.9630880

E-mail: info@haidi.gr
Υπέυθυνοι
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΠΑΓΛΑΤΖΗ - ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ

Ακολουθήστε μας & δείτε τα νέα μας στο

You are here

Η σταχτοπούτα

 

 Μια φορά και έναν καιρό σε μια πολύ μακρινή και πανέμορφη χώρα ζούσε ένας πολύ πλούσιος άρχοντας. Όταν πέθανε η γυναίκα του ξαναπαντρεύτηκε μια ψηλομύτα και κακιά γυναίκα που είχε δυο κόρες ίδιες και όμοιες με την μαμά τους.

 Ο πλούσιος άρχοντας είχε και αυτός μια κόρη που ήταν πολύ όμορφη και ευγενική και αγαπούσε και σεβότανε πολύ τον πατέρα της. Από την πρώτη ημέρα του γάμου τους η μητριά έδειξε στη μικρή ορφανή όλη της την κακία. Δεν μπορούσε να υποφέρει την καλοσύνη της γιατί έκανε τις κόρες της να φέρονται ακόμα πιο μισητές και για να την εκδικηθεί την έβαζε να κάνει όλες τις δουλείες του σπιτιού. Εκείνη σκούπιζε τις σκάλες και τα δωμάτια της μητριάς και των κοριτσιών της. Κοιμότανε μέσα σε μια σοφίτα κατάχαμα στο πάτωμα ενώ οι αδελφές της κοιμόντουσαν σε ωραία πολυτελή δωμάτια με μαλακά στρώματα στα κρεβάτια και με καθρέπτες όπου κοιτάζονταν όλη την ώρα και περιποιόντουσαν τον εαυτό τους με λογής λογής καλλυντικά.

 Η καημένη η μικρούλα τραβούσε τα πάνδεινα, βάσανα φοβερά και δεν τολμούσε να παραπονεθεί στον πατέρα της γιατί η μητριά της ήτανε πάρα πολύ κακιά και την φοβότανε.

 Το βράδυ αργά πήγαινε να κοιμηθεί σε μια γωνίτσα πάνω στις στάχτες που πέφτανε από το τζάκι και επειδή ήταν έτσι, πάντα τα ρούχα της λερώνονταν την φωνάζανε Σταχτοπούτα. Η Σταχτοπούτα όμως και με τα βρώμικα ρούχα ήταν πιο όμορφη από τις αδελφές της.

 Κάποτε ο γιος του βασιλιά έδινε ένα χορό και κάλεσε όλα τα αρχοντόπουλα και τις αρχοντοπούλες του τόπου. Οι δυο αδελφές της Σταχτοπούτας ήταν κι αυτές καλεσμένες . Από νωρίς το πρωί άρχισαν να ετοιμάζονται για να πάνε το βράδυ στο χορό.

 Η Σταχτοπούτα σιδέρωνε τα ρούχα τους και εκείνες όλο λέγανε τι πιο ωραίο θα βάλουνε και πως πιο πολύ θα στολιστούνε.

 - Εγώ! Έλεγε η μικρή… Θα βάλω το φόρεμα με τα χρυσά κεντήματα και την διαμαντένια τιάρα μου και..

 - Εγώ! Έλεγε η μεγάλη… Θα βάλω το πιο ωραίο μου φόρεμα με τις αστραφτερές πέτρες και τα χρυσόπλεκτα κεντήματα, τις πέρλες κτλ.!

 Κι όλο ρωτούσανε την Σταχτοπούτα πως της φαίνονταν καθώς ντυνόντουσαν.

 Η Σταχτοπούτα έδωσε της συμβουλές της, τις περιποιήθηκε και τις έντυσε όσο πιο ωραία γινόταν. Αυτές την κοροϊδεύανε και για να την πειράξουνε την ρωτούσαν κάθε τόσο ειρωνικά…

 - Σταχτοπούτα θα είσαι και εσύ καλεσμένη στο χορό;

 Και αυτή απαντούσε με ευγενικό τρόπο: Αυτό δα μου λείπει!

 Και αυτές απαντούσαν: Αμ! Βέβαια θα γινόταν πολύ γελοίο αν πήγαινες στο χορό του βασιλιά… Χαχαχαχα!

 Έτσι λέγανε οι φαντασμένες οι αδελφές της. Πολλές ώρες ντυνόντουσαν, στολιζόντουσαν, καλλωπιζόντουσαν οι δυο αδελφές και ήταν συνεχώς μπροστά στον καθρέφτη… και όταν ήρθε η ώρα έφυγαν για τον χορό.

 Η Σταχτοπούτα τις κοίταζε να φεύγουν και όταν πια χάθηκαν στο βάθος του δρόμου, άρχισε να κλαίει… αχ αχ κλαψ κλαψ…

 Έκλαιγε γοερά και τότε παρουσιάστηκε μπροστά της μια όμορφη νεράιδα και της είπε:

 - Θα το ήθελες πολύ να πας στο ορό Σταχτοπούτα, έτσι δεν είναι; Είσαι καλό κορίτσι και γι’αυτό εγώ θα σε βοηθήσω να πας!

 - Πήγαινε λοιπόν στον κήπο και φέρε μου μια μελιτζάνα! Της είπε η νεράιδα.

 Η Σταχτοπούτα πήγε τότε γρήγορα στον κήπο και έκοψε την πιο ωραία και πιο μεγάλη μελιτζάνα και της την έφερε. Όμως δεν μπορούσε να καταλάβει πως με αυτή τη μελιτζάνα θα πήγαινε στο χορό. Η νεράιδα την έσπασε, τη χτύπησε με το μαγικό της ραβδάκι και ευθύς η μελιτζάνα μεταμορφώθηκε σε μια χρυσή μεγάλη άμαξα με έξι άσπρα άλογα, όμως της έλειπε ο αμαξάς, πως θα γινόταν να φύγει η άμαξα χωρίς τον αμαξά της;

 Τότε η νεράιδα είπε στη Σταχτοπούτα:

 - Πήγαινε να φέρεις μια ωραία και φουσκωτή ντομάτα από το περιβόλι, κατακόκκινη!!!

 Και η Σταχτοπούτα έτρεξε και έφερε μια μεγάλη κατακόκκινη ντομάτα. Αμέσως η νεράιδα την άγγιξε με το μαγικό της ραβδάκι και αμέσως μεταμορφώθηκε σε έναν αμαξά με κόκκινη στολή.

 Μετά η νεράιδα της είπε πάλι:

 - Πήγαινε στον κήπο και θα βρεις πίσω από τον φράχτη τρείς σαύρες. Φέρτες!

 Παρόλο που φοβότανε τις σαύρες, πήγε τις βρήκε και τις έφερε στη νεράιδα. Η νεράιδα τις μεταμόρφωσε σε τρείς υπηρέτες που ανέβηκαν πίσω από την άμαξα με τις αστραφτερές στολές τους.

 Όταν έγινε και αυτό η νεράιδα είπε:

 - Τώρα είναι όλα έτοιμα για να πας στο χορό. Ααααα σου λείπουν όμως τα ρούχα! Η νεράιδα χαμογέλασε την άγγιξε με το ραβδί και την ίδια στιγμή τα ρούχα που φορούσε έγιναν ασημένια και χρυσά γεμάτα κεντήματα με διαμάντια και ζαφείρια. Κατόπιν της έδωσε ένα ζευγάρι παπούτσια γυάλινα, τα πιο όμορφα παπούτσια του κόσμου, έτσι ντυμένη και στολισμένη η Σταχτοπούτα ανέβηκε επάνω στην άμαξα και ξεκίνησε για το παλάτι. Φεύγοντας της παρήγγειλε η νεράιδα να μη μείνει έξω πέρα από τα μεσάνυχτα γιατί για μια μόνο στιγμή να έμενε περισσότερο η άμαξα θα γινόταν και πάλι μελιτζάνα και ο αμαξάς ντομάτα και οι υπηρέτες σαύρες και θα σκόρπιζε τον πανικό στο πάρτι.

 Η Σταχτοπούτα υποσχέθηκε στη νεράιδα πως θα ακολουθούσε πιστά τις συμβουλές της. Έτσι η Σταχτοπούτα ξεκίνησε ευτυχισμένη για το χορό. Το βασιλόπουλο μόλις του είπαν πως έρχεται μια πανέμορφη πριγκίπισσα που κανείς όμως δεν την ήξερε, έτρεξε να την υποδεχτεί.

 Σου λέει ποια να’ναι αυτή; Της έδωσε το χέρι για να κατέβει από την άμαξα και την οδήγησε στην μεγάλη αίθουσα του χορού. Τότε όλοι οι καλεσμένοι βουβάθηκαν και την κοιτάζανε με θαυμασμό. Σταμάτησαν να χορεύουν, τα βιολιά δεν παίζανε πια και όλοι βάλθηκαν να κοιτάζουν αυτή την άγνωστη, πεντάμορφη πριγκιποπούλα. Ο ίδιος ο βασιλιάς παρότι ήταν ηλικιωμένος και δεν έβλεπε καλά δεν χόρταινε να την κοιτάζει λες και ξανάνιωσε και έλεγε ψιθυριστά στη βασίλισσα πως καιρό είχε να δει μια τόσο όμορφη κοπέλα μέχρι που την έκανε να ζηλέψει την καημένη. Μα και όλες οι γυναίκες κοίταζαν με ζήλια τα μαλλιά και τα ρούχα της όμορφης πριγκιποπούλας. Το βασιλόπουλο αμέσως την πήρε να χορέψουνε. Εκείνη χόρεψε με τόση χάρη που όλοι την κοίταζαν με το στόμα ανοιχτό. Όταν κάθισαν στο τραπέζι με τα πάρα πολύ ωραία φαγητά, το βασιλόπουλο την έβαλε να καθίσει δίπλα του. Οι αδερφές της καθόντουσαν λίγο πιο κει, δίπλα της και αυτές και αυτή τους έκανε πολλά κομπλιμέντα καθώς εκείνες δεν την αναγνώρισαν διόλου.

 Το βασιλόπουλο με διάφορες ερωτήσεις προσπαθούσε να μάθει ποια ήτανε αλλά τίποτα. Δεν έπαυε να της λέει ούτε στιγμή κάθε τόσο λόγια γλυκά και κολακευτικά. Έτσι η Σταχτοπούτα περνούσε τόσο όμορφα που ξεχάστηκε και δεν θυμήθηκε η καημένη την παραγγελιά της νεράιδας παρά μόνο όταν το μεγάλο ρολόι της τραπεζαρίας χτύπησε μεσάνυχτα. Σηκώθηκε τότε γρήγορα και έφυγε σαν την αστραπή. Το βασιλόπουλο την ακολούθησε γρήγορα μα δεν μπορούσε να την σταματήσει. Στη βιασύνη της επάνω της έφυγε το γυάλινο παπουτσάκι από το πόδι της και το βασιλόπουλο που έτρεχε ξοπίσω της το βρήκε πάνω στα μαρμάρινα σκαλοπάτια του παλατιού και το μάζεψε.

 Η Σταχτοπούτα γύρισε σπίτι της λαχανιασμένη χωρίς άμαξα, χωρίς υπηρέτες και με τα παλιόρουχα της γιατί τίποτα δεν της έμεινε όταν πέρασαν τα μεσάνυχτα. Ο πρίγκιπας ρωτούσε τους φύλακες του παλατιού αν είδαν να βγαίνει η πριγκίπισσα και εκείνοι έλεγαν ¨Όχι, όχι¨ κανείς δεν ήξερε που είχε πάει. Όταν οι δυο αδελφές της γύρισαν από τον χορό, η Σταχτοπούτα τις ρώτησε αν πέρασαν καλά και εκείνες απαντούσαν με εξυπνάδες. Λίγες μέρες αργότερα ο γιος του βασιλιά έβγαλε αγγελιοφόρους σε όλη την πόλη πως θα παντρευόταν την κοπέλα που το πόδι της θα ταίριαζε σε αυτό το όμορφο γυάλινο παπουτσάκι. Τότε πήγανε όλα τα κορίτσια του βασιλείου και οι πριγκίπισσες και οι δούκισσες γι να δοκιμάσουνε αυτό το γυάλινο παράξενο παπούτσι αλλά σε καμία δυστυχώς δεν ταίριαζε. Πήγαν και οι δυο αδερφές της Σταχτοπούτας και βάλανε όλα τα δυνατά τους για να χωρέσουνε τα πόδια τους σε αυτό το παπουτσάκι μα δυστυχώς και αυτές δεν τα κατάφεραν, βλέπετε είχαν χοντρά πόδια.

 Η Σταχτοπούτα που τις έβλεπε καθώς έστεκε δίπλα τους είπε χαμογελώντας: Ε! συγνώμη να δω και εγώ μήπως μου ταιριάζει!

 Οι αδερφές της άρχισαν τότε να γελάνε και να την κοροϊδεύουν , όμως ο αυλικός που κρατούσε το παπούτσι και το δοκίμαζε σε τόσα πόδια, αφού κοίταξε προσεκτικά την Σταχτοπούτα και είδε πως ήταν πάρα πολύ όμορφη, είπε πως θα ήταν σωστό να το δοκιμάσει και εκείνη μιας και είχε διαταγή από τον πρίγκιπα να μην αφήσει καμία κοπέλα χωρίς να το δοκιμάσει.

 Την έβαλε λοιπόν να καθίσει και φέρνοντας το παπούτσι κοντά στο πόδι της είδε πως της ταίριαζε απόλυτα. Οι δυο αδελφές της έμειναν με το στόμα ορθάνοιχτο και η έκπληξή τους μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ όταν είδαν την Σταχτοπούτα να βγάζει από την τσέπη της ποδιάς της και το άλλο παπουτσάκι και να το φοράει.

 - Αααααα τι πράγματα είναι αυτά, την βλέπεις την βλέπεις;

 Τότε οι αδερφές της κατάλαβαν πως αυτή ήταν η όμορφη πριγκίπισσα που είχανε δει στο χορό. Πέσανε στα πόδια της και της ζητήσανε χίλιες φορές συγνώμη για όλα αυτά τα κακά που της κάνανε. Η Σταχτοπούτα τις αγκάλιασε και τους είπε πως τις συγχωρεί με όλη της την καρδιά και πως τις αγαπά. Ήτανε βλέπετε τόσο μεγαλόψυχη!!!

 Τότε ο αυλικός την πήρε και την πήγε στο πριγκιπόπουλο που την βρήκε ακόμα πιο όμορφη από πριν και την άλλη μέρα την παντρεύτηκε.

 Η Σταχτοπούτα που ήταν τόσο καλή και όμορφη πήρε τις αδελφές της κοντά στο παλάτι και τις πάντρεψε με δυο πανέμορφους αυλικούς του παλατιού.

 Ήτανε τόσο μεγάλη η καρδιά της και πέρασαν αυτοί καλά και εμείς όλοι καλύτερα!!!