Φωτογραφίες - μικρογραφίες από το σταθμό

 

 

 

 

Διεύθυνση:      

Χαριλάου Τρικούπη 32 16675 - Γλυφάδα

Τηλέφωνο:

210.9630880

E-mail: info@haidi.gr
Υπέυθυνοι
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΠΑΓΛΑΤΖΗ - ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ

Ακολουθήστε μας & δείτε τα νέα μας στο

You are here

Ο κοντορεβιθούλης

 

Σε μια μακρινή χώρα του πλανήτη μας, βαθιά σε ένα δάσος ζούσε ένας ξυλοκόπος  με την γυναίκα του και πολλούς γιούς, Ο πιο μικρός από όλα τα παιδιά ήταν επτά χρονών, μικροκαμωμένος και πανέξυπνος και όλοι στο σπίτι , λόγω του ύψους του τον φώναζαν κοντορεβιθούλη. Ή φτώχια και η μιζέρια κατέτρεχαν την οικογένεια πολλά χρόνια αλλά την τελευταία χρονιά λόγω του πυκνού χιονιού που έπεσε στο δάσος, ο ξυλοκόπος δεν μπόρεσε να κατέβει στην πόλη και τα ξύλα έμειναν απούλητα. Η φτώχια, η πείνα και η θλίψη έπεσε βαριά στο φτωχικό του άμοιρου ξυλοκόπου που απελπισμένος για την κατάντια τους για πολλές μέρες έμεινε κλεισμένος στο σπίτι για να σκεφτεί τι να κάνει για να σώσει την οικογένεια του από το κακό που τους βρήκε.

Ένα πρωί με εξασθενημένη φωνή από την στεναχώρια φώναξε την γυναίκα του και της είπε σιγά για να μην ακούσουν τα παιδιά:

 - Αχ άκουσε γυναίκα, είμαστε σε πολύ δύσκολη θέση δεν έχουμε χρήματα για να αγοράσουμε τα απαραίτητα τρόφιμα και ρούχα για την οικογένεια. Και αν η φτώχια μας συνεχίσει, τα παιδιά μας σε λίγο καιρό θα πεθαίνουν από την πείνα. Για αυτό σκέφτηκα να αφήσουμε τα παιδιά στη άλλη άκρη αυτού του δάσους, κοντά στην πόλη για να βρουν μονάχα τους την τύχη τους. Νομίζω ότι κάποιος καλός χριστιανός θα βρεθεί στο διάβα τους και θα τα πάρει για να τα ζεστάνει και να τα ταΐσει. Μου καίγεται η καρδιά αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

 - Αχ τι λες άντρα μου; Πως μπόρεσες να το σκεφτείς αυτό; Τα παιδιά να τα εγκαταλείψουμε σε άγνωστα χέρια;

Ώρες ατέλειωτες κουβέντιαζαν για να βρουν μια λύση αλλά το μόνο που θα μπορούσαν να κάνουν είναι να αφήσουν τα παιδιά να πάρουν τον δρόμο τους στη πόλη. Όλη αυτή την ώρα που το ανδρόγυνο κουβέντιαζε, ο κοντορεβιθούλης κρυμμένος πίσω από την πόρτα, άκουγε όλη την κουβέντα και το μυαλό του δούλευε για να βρει κι αυτός μια λύση. Σκέφτηκε, σκέφτηκε αρκετά και μετά βγήκε στο δάσος και μάζεψε μικρά άσπρα πετραδάκια και τα έκρυψε στις τσέπες του παντελονιού του.

Την άλλη μέρα το πρωί, μόλις ξημέρωσε ο ξυλοκόπος ξύπνησε τα παιδιά του και τους είπε:

 - Παιδιά μου σηκωθείτε και βάλτε τα ρουχαλάκια σας και ελάτε μαζί μου στο δάσος να με βοηθήσετε  να κόψουμε ξύλα και να με βοηθήστε να τα κουβαλήσουμε σπίτι για να έχουμε για την φωτιά.

Τα παιδιά χωρίς να ξέρουν την απόφαση των γονιών τους με χαρά ντύθηκαν για να πάνε με τον μπαμπά τους στο δάσος για δουλειά. Η μητέρα τους με δάκρυα στα μάτια τους χαιρέτησε και τους φίλησε και τους είπε:

 - Αχ άντε παιδιά μου άντε να βοηθήσετε τον πατέρα σας να κόψει τα ξύλα. Αχ και να είσαστε προσεκτικά.

 - Πάμε παιδιά πάμε πάμε!

Ξεκίνησαν λοιπόν, μπροστά ο μπαμπάς και πίσω τα παιδιά ακολουθούσαν χαρούμενα. Ο κοντορεβιθούλης όμως έμεινε αρκετά πιο πίσω και περπατώντας έριχνε τα άσπρα πετραδάκια στο μονοπάτι για να μπορέσουνε να βρούνε το δρόμο και να γυρίσουνε σπίτι τους. Αφού περπάτησαν αρκετή ώρα έφτασαν στην άκρη του δάσους, μακριά φαίνονταν τα πρώτα σπίτια της πόλης. Τους οδήγησε σε ένα ξέφωτο ο μπαμπάς τους και τους είπε ότι θα πάει σε μια δουλειά. Και εκείνα μέχρι να γυρίσει να μαζεύουν μικρά κλαδιά από τα δέντρα. Οι ώρες πέρασαν και ο ξυλοκόπος δεν γύρισε. Όταν άρχισε να νυχτώνει τα μικρά παιδιά άρχισαν να κλαίνε φοβισμένα μέσα στο δάσος.

 - Αχ τι πάθαμε!!!

 - Μην κλαίτε, τους είπε ο κοντορεβιθούλης.

 - Εγώ θα σας γυρίσω στο σπίτι αλλά πρέπει να ξημερώσει για να γνωρίσω το μονοπάτι που πήραμε ως εδώ. Θα περάσουμε όλη την  νύχτα εδώ αδερφάκια μου και το πρωί θα πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής.

Πράγματι την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησαν για να γυρίσουν πίσω. Ο κοντορεβιθούλης μαζεύοντας τα άσπρα πετραδάκια, τους οδήγησε μετά από πολλές ώρες περπάτημα, στο σπίτι τους. Οι γονείς τους όταν τους είδαν δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τα έβαλαν αμέσως να κοιμηθούν γιατί ήταν πολύ κουρασμένα. Μόλις τα παιδιά κοιμήθηκαν, ο πατέρας λέει στην γυναίκα του:

 - Άκουσε γυναίκα πρέπει αύριο να τα πάω στην πόλη από ένα άλλο μονοπάτι που είναι πολύ δύσκολο να γυρίσουνε πίσω.

Ο κοντορεβιθούλης όταν οι γονείς του κοιμήθηκαν σηκώθηκε σιγά σιγά και πήγε να πάρει πάλι πετραδάκια αλλά η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Σκέφτηκε πως έπρεπε να βρει γρήγορα έναν τρόπο για να μπορέσουν να βρουν το δρόμο της επιστροφής. Σκέφτηκε, σκέφτηκε και στο τέλος του ήρθε η ιδέα να γεμίσει τις τσέπες του με στάρι για να το ρίχνει στο μονοπάτι.

Την άλλη μέρα με το ξημέρωμα ο πατέρας με τα παιδιά, πήραν το δρόμο για  το δάσος. Ο κοντορεβιθούλης ακολουθούσε τα αδέρφια του, ρίχνοντας τους σπόρους από το στάρι στο μονοπάτι. Κάποια στιγμή, έφτασαν σε ένα πολύ πυκνό σημείο του δάσους, εκεί ο πατέρας έβαλε τα παιδιά να μαζεύουν μικρά κλαδιά και εκείνος έφυγε χωρίς να τον πάρουν είδηση.

 Εκείνα, μόλις κατάλαβαν πως ο μπαμπάς τους έφυγε, άρχισαν να κλαίνε πάλι:

 - Ααα. Τι πάθαμε!!!

Ο κοντορεβιθούλης τους είπε:

 - Μην κλαίτε εγώ έχω τον τρόπο να βρούμε το μονοπάτι και να γυρίσουμε πίσω. Όπως ερχόμασταν έριχνα στάρι στο μονοπάτι, και έτσι θα μπορέσουμε να βρούμε πάλι το σπιτάκι μας.

Μα για κακή τους τύχη το στάρι το έφαγαν τα πεινασμένα πουλιά και ο κοντορεβιθούλης δεν μπόρεσε να βρει το μονοπάτι για να γυρίσουν στο σπίτι τους. Αποφάσισαν τότε να πάρουν ένα άλλο μονοπάτι στην τύχη και όπου βγει. Περπάτησαν, περπάτησαν αρκετές ώρες μέσα στο δάσος. Μα πριν μπορέσουν να φτάσουν κάπου, τους έπιασε η νύχτα. Το σκοτάδι έπεσε πυκνό και τα παιδιά άρχισαν πάλι να κλαίνε

 - Αχ φοβόμαστε! Αχ τι πάθαμε!!!

Ο μόνος που διατήρησε την ψυχραιμία του ήταν ο κοντορεβιθούλης. Το κρύο τρύπησε τα κόκαλα των παιδιών μα ο κοντορεβιθούλης προσπαθούσε να διακρίνει κάτι μέσα στο δάσος. Ξάφνου μέσα στο πυκνό σκοτάδι διέκρινε στο βάθος ένα μικρό φωτάκι. Πήρε γρήγορα τα αδέρφια του, και ακολούθησαν το μονοπάτι που τους έφερνε πιο κοντά στο φως. Γρήγορα διαπίστωσαν πως ήταν ένα σπίτι. ¨Όταν πλησίασαν είδαν ότι είναι ένα πολύ μεγάλο σπίτι χτύπησαν την μεγάλη πόρτα και μια πελώρια γυναίκα παρουσιάστηκε μπροστά τους.

- Τι θέλετε νυχτιάτικα και χτυπάτε την πόρτα μου;

-Χαθήκαμε στο δάσος και δεν βρίσκουμε τρόπο να γυρίσουμε στο σπιτάκι μας. Θα σας παρακαλούσαμε λοιπόν, να μας φιλοξενήσετε σήμερα και το πρωί θα φύγουμε για το σπιτάκι μας; Αλήθεια λέμε!

-Καλά, καλά με ξεκουφάνατε. Να σας φιλοξενήσω για σήμερα αλλά θα πρέπει να κρυφτείτε κάπου γιατί ο άντρας μου είναι ο δράκος του δάσους και αν σας δει, θα σας φάει.

Πράγματι λοιπόν η δράκαινα πήρε τα παιδιά, τους έβαλε να φάνε, και μετά τα έκρυψε στο υπόγειο για να κοιμηθούν.

Μα πριν προλάβει να τα πάρει ο ύπνος, ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο δράκος μέσα μουγκρίζοντας:

 - Καλησπέρα βρε γυναίκα, πωπω μυρωδιά μου έσπασε την μύτη, ανθρώπινο κρέας μυρίζει… Τι καλά μαγειρεύεις;

 - Όχι λάθος λάθος κάνεις δράκο μου σου μυρίζει το σπίτι από το κοκκινιστό το μοσχαράκι που μαγείρεψα χτες.

Ο δράκος όμως δεν πίστεψε την γυναίκα του και άρχισε να ψάχνει όλο το σπίτι και στο τέλος βρήκε τα παιδιά.

 - Βρε γυναίκα που βρέθηκαν αυτά τα παιδιά εδώ μέσα και τα κρύβεις αφού τα μυρίστηκα.

 - Μα ξέρεις κοιμόντουσαν και είπα να στα δείξω αύριο το πρωί για έκπληξη.

 - Εντάξει εντάξει καλά λες βρε γυναίκα ας τα αφήσουμε για αύριο σήμερα έχουμε να φάμε. Εντάξει; Άστα λοιπόν να κοιμηθούν και να είναι ξεκούραστα και θα τα ξεκοκαλίσουμε αύριο.

Η δράκαινα πήρε τα παιδιά και τα έβαλε τα παιδιά να κοιμηθούν δίπλα στα δικά της παιδιά που φορούσαν κόκκινα σκουφάκια για να μην κρυώνουν τα κεφαλάκια τους από την βαρυχειμωνιά. Ο κοντορεβιθούλης έμεινε όλη την νύχτα άγρυπνος και σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να παραπλανήσει τον δράκο και το πρωί με τα αδέρφια του να μπορέσει να φύγει. Κάποια στιγμή ο κοντορεβιθούλης σηκώθηκε, και πλησίασε τα παιδιά του δράκου. Πήρε τα κόκκινα σκουφάκια από τα κεφαλάκια τους και τα έβαλε στα κεφάλια των αδερφών του. Μετά σκέπασε με το στρώμα όλο το σώμα τους, και άφησε απ έξω μόνο τα σκουφάκια έτσι ώστε να μην φαίνεται ποιος φοράει τα σκουφιά. Μετά από λίγο ο δράκος μην αντέχοντας τον πειρασμό, σηκώθηκε από το κρεβάτι του και πήγε στο δωμάτιο των παιδιών. Μέσα στο σκοτάδι ψαχούλεψε τα κεφάλια των παιδιών και αυτά που δεν φορούσαν σκουφί τα έφαγε μην ξέροντας βέβαια πως έτρωγε τα δικά του τα παιδιά. Το πρωί ο δράκος κατάλαβε το λάθος του αλλά ήταν πολύ αργά,  ο κοντορεβιθούλης και τα αδέρφια του είχαν γρήγορα απομακρυνθεί. Τότε αφρίζοντας από τον θυμό του που ο κοντορεβιθούλης κατόρθωσε να τον ξεγέλασε βγήκε στο δάσος για να τους βρει.

Ο δράκος έτρεξε πολύ ώρα μέσα στο δάσος μα δεν μπόρεσε να βρει τα παιδιά κουρασμένος όπως ήταν λοιπόν ξάπλωσε κάτω από μια θεόρατη βελανιδιά, και τον πήρε ο ύπνος. Τότε ο κοντορεβιθούλης και τα αδέλφια του που ήταν κρυμμένα κάτω από κάτι θάμνους πήγαν και τον έδεσαν με χοντρά σχοινιά. Αφού σιγουρεύτηκαν ότι ο δράκος δεν θα μπορούσε να κουνηθεί όταν ξυπνήσει, ο κοντορεβιθούλης αφήνοντας τα αδέλφια του να τον φυλάνε, έφυγε γρήγορα για την πόλη να φέρει ενισχύσεις, Μόλις έφτασε στην πόλη πήγε κατευθείαν στο παλάτι και ζήτησε να δει το βασιλιά. Ο βασιλιάς όταν έμαθε πως ο δράκος ήταν ακινητοποιημένος, και ανίκανος να αντιδράσει, έστειλε πενήντα στρατιώτες της προσωπικής του φρουράς να συλλάβουν τον δράκο που τόσες πολλές συμφορές επί πολλά χρόνια είχε φέρει στους κατοίκους της πόλης του. Πράγματι σε λίγη ώρα οι στρατιώτες είχαν φέρει αλυσοδεμένο το δράκο στο παλάτι και μετά από διαταγή του βασιλιά τον φυλάκισαν στο υπόγειο του παλατιού.

 - Βασιλιά θα δεις ότι εγώ θα την γκρεμίσω την φυλακή και θα φάω τα σίδερα και θα βγω έξω και θα φύγω.

Ο βασιλιάς αφού είχε σιγουρευτεί πως ο δράκος ήταν πια φυλακισμένος κάλεσε τον κοντορεβιθούλη και του είπε:

 - Άκουσε κοντορεβιθούλη η πράξη σου ήταν ηρωική γιατί επιτέλους με την βοήθεια σου μπορέσαμε να απαλλαγούμε από το δράκο που εδώ και χρόνια είχε γίνει ο φόβος και τρόμος των κατοίκων αυτής της ωραίας πόλης. Θέλω λοιπόν να σε ανταμείψω. Ότι και να μου ζητήσεις κοντορεβιθούλη θα το κάνω.

 - Ε Ευχαριστώ μεγαλειότατε. Οι γονείς μου είναι πάρα πολύ φτωχοί και θα θέλαμε να τους βοηθήσετε για να μην βρεθούν άλλη φορά στην δυσάρεστη θέση και να μας αφήσουνε πάλι στο δάσος, είπε ο κοντορεβιθούλης.

 - Από σήμερα λοιπόν όλα τα τρόφιμα που χρειάζεστε στο σπίτι θα σας τα δίνει το κράτος, μέχρι να μεγαλώσετε, να σπουδάσετε και να βρείτε το δρόμο σας. Επίσης το κράτος μας θα αναλάβει όλα τα έξοδα μέχρι να τελειώσετε τις σπουδές σας και θα δώσει μια γερή σύνταξη στον κουρασμένο πατέρα σας για όσο ζει.

Από εκείνη την ημέρα ευτυχία και χαρά επικρατούσε στο σπίτι του ξυλοκόπου. Οι δε γονείς του κοντορεβιθούλη ήταν περήφανοι που ο πιο μικρός τους γιος έσωσε όλη του την οικογένεια με τα κατορθώματα του και από τότε λοιπόν έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…