Φωτογραφίες - μικρογραφίες από το σταθμό

 

 

 

 

Διεύθυνση:      

Χαριλάου Τρικούπη 32 16675 - Γλυφάδα

Τηλέφωνο:

210.9630880

E-mail: info@haidi.gr
Υπέυθυνοι
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΠΑΓΛΑΤΖΗ - ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ

Ακολουθήστε μας & δείτε τα νέα μας στο

You are here

Ο λύκος και τα 7 κατσικάκια

 

 Κάποτε σε ένα χωράφι ζούσε μια κατσίκα με εφτά κατσικάκια. Κάποια στιγμή που η κατσίκα απομακρύνθηκε από το σπίτι, το μικρότερο κατσικάκι βρήκε την ευκαιρία και βγήκε από τη μισάνοιχτη πόρτα έξω στο λιβάδι. Όταν γύρισε η κατσίκα είδε οτι έλειπε το μικρό της κατσικάκι. Όλη την ημέρα η κατσίκα και τα κατσικάκια της ψάχνανε στο λιβάδι και το κοντινό δάσος, μα το μικρό κατσικάκι δε βρισκότανε πουθενά. Η καημένη η κατσίκα απογοητευμένη και σίγουρη πως το ,μικρό της το πήρε ο λύκος, μάζεψε τα υπόλοιπα κατσικάκια της νωρίς πριν νυχτώσει στο σπίτι της και κλείδωσε την πόρτα. Αφού πέρασαν πολλές ώρες και το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά στο σπίτι, ξαφνικά κάποιος χτύπησε την πόρτα.

 - “Τακ- τακ”.

 Η κατσίκα τρομαγμένη μήπως είναι ο λύκος, κοίταξε κρυφά από τη γρίλια παραθύρου και βλέπει το μικρό κατσικάκι να τρέμει από το κρύο και να στέκεται με τη πλάτη ακουμπισμένη στην πόρτα. Αμέσως ανοίγει την πόρτα και το παίρνει στην αγκαλιά της μέσα. Από τότε η κατσίκα είχε πάντα ένα φόβο μήπως ο λύκος πάρει κάποια από τα παιδιά της.

 Κάποια μέρα λέει η κατσίκα στα παιδιά της:

- Ακούστε παιδιά, εγώ πάω να μαζέψω χορταράκια και λαχανικά από τους τριγύρω κήπους για να μαγειρέψω για το μεσημέρι, εσείς να έχετε το νου σας όταν χτυπήσει η πόρτα, να μην ανοίξετε γιατί μπορεί να είναι ο κακός λύκος και να σας φάει. Αν έρθει θα τον γνωρίσετε από τη μακριά ουρά του, τη βραχνή φωνή του και τα μαύρα πόδια του.

- Έννοια σου μαμά, δε ξεγελιόμαστε εμείς από τον κακό το λύκο. Πήγαινε και εμείς δε θα ανοίξουμε τη πόρτα σε κανέναν.

 Μόλις η μαμά τους έφυγε , τα κατσικάκια ξέχασαν τη συμβουλή της και άρχισαν να παίζουν κυνηγητό κάνοντας άνω- κάτω το σπίτι, γης μαδιάμ το έκαναν. Μόνο το πιο μικρό δεν έπαιζε μαζί τους και καθόταν σε μια γωνιά φοβισμένο, μη μπορώντας να ξεχάσει το πάθημα του, να νυχτωθεί μέσα στο δάσος και να τρέμει από το φόβο του το καημένο μήπως συναντήσει το κακό τον λύκο μέχρι να γυρίσει σπίτι. Ξαφνικά όμως κάποιος χτύπησε την πόρτα δυνατά “Τακ- τακ –τακ” και μια φωνή περίεργη ακούστηκε:

- Ανοίξτε μου, μικρά μου κατσικάκια είμαι η μαμά σας είμαι φορτωμένη με πράγματα και δε μπορώ να ανοίξω τη πόρτα.

 Το μικρό κατσικάκι πλησίασε στην πόρτα, στάθηκε λίγο σαστισμένο και απάντησε:

- Δεν είσαι η μαμά μας εσύ, εσύ είσαι ο κακός ο λύκος και θέλεις να μας φας, η μαμά μας δεν έχει τόσο βαριά φωνή σα τη δικιά σου.

 Ο λύκος έφυγε γρήγορα και σκεφτότανε τι τρόπο θα μπορούσε να βρει για να ξεγελάσει τα κατσικάκια και να του ανοίξουν την πόρτα, γρήγορα τότε του ήρθε η ιδέα! Έτρεξε γρήγορα στο διπλανό κοτέτσι, άρπαξε μερικά αυγά τα έσπασε και ρούφηξε γρήγορα γρήγορα το ασπράδι τους για να μαλακώσει η φωνή του. Μετά γύρισε γρήγορα στο σπίτι με τα κατσικάκια και χτύπησε πάλι την πόρτα. “Τακ- τακ –τακ” και με γαργαριστή φωνή είπε:

 - Είμαι η μαμά σας ανοίξτε μου, σας έφερα χορταράκι φρέσκο γιατί πεινάτε, ανοίξτε.

 Έτρεξαν γρήγορα τα κατσικάκια να ανοίξουν, μα το πιο μικρό τους εμπόδισε, δείχνοντας το μαύρο πόδι του λύκου που φαινότανε κάτω από την πόρτα.

- Φύγε! Από εδώ παλιολύκε, η μαμά μας έχει άσπρο ποδαράκι και το δικό σου είναι μαύρο σαν κατράμι, δε μπορείς να μας ξεγελάσεις.

 Ο λύκος όμως πεισμάτωσε τότε παρά πολύ και νευρίασε που δε μπορούσε να ξεγελάσει τα μικρά κατσικάκια. Πήγε αμέσως στο πιο κοντινό φούρνο και βούτηξε τα μαύρα του ποδαράκια στο αλεύρι που είχε ο φούρναρης έτοιμο για να κάνει ψωμιά. Ο λύκος ξαναγύρισε τρέχοντας στο σπίτι και χτύπησε πάλι την πόρτα “Τακ – τακ – τακ” και φώναξε στα κατσικάκια:

- Ανοίξτε μικρά μου κατσικάκια, είμαι η μαμά σας σας φέρνω εκτός από το φρέσκο χορταράκι, τούρτα και σοκολατίτσα.

 Τα κατσικάκια χοροπήδησαν από τη χαρά τους και τρέξανε σαν τρελά να ανοίξουν την πόρτα. Το πιο μικρό πάλι φώναξε:

- Πριν ανοίξουμε την πόρτα, βάλτο ποδαράκι σου κάτω από αυτή.

 Όταν τα κατσικάκια είδαν το άσπρο πόδι, άνοιξαν την πόρτα. Τότε τρομαγμένα αντίκρυσαν, τον κακό τον λύκο που με λύσσα όρμισε μέσα στο σπίτι. Τρέξανε φοβισμένα και κρύφτηκαν σε διάφορα σημεία του σπιτιού. Μα ο πονηρός ο λύκος τα βρήκε όλα εκτός από το μικρό κατσικάκι που είχε κρυφτεί μέσα στη καμινάδα του τζακιού.

 - Δεν πειράζει θα πάρω τα 6 κατσικάκια και όταν θα τα φάω με το καλό, τότε θα γυρίσω και θα βρω και το έβδομο.

 Σε λίγο γύρισε και η καημένη η κατσίκα φορτωμένη χόρτα και φρέσκα λαχανικά για να φάνε τα παιδιά της, αλλά βρήκε ορθάνοιχτη την πόρτα και το σπίτι αναστατωμένο. Τίποτα δεν ήταν στη θέση του, όλα ήταν άνω- κάτω εκεί μέσα. Η κατσίκα φώναξε απεγνωσμένη τα κατσικάκια της αλλά δε πήρε καμιά απάντηση, έτρεξε παντού μήπως είναι κρυμμένα πουθενά μα δε τα βρήκε. Έκατσε τότε και έκλαιγε σίγουρη πως τα πήρε ο κακός ο λύκος. Λίγο όμως ακούστηκε η φωνή του πιο μικρού κατσικιού.

 - Μαμά, μαμά είμαι εδώ πάνω στην καμινάδα του τζακιού. Γεμάτη χαρά η κατσίκα, πήγε να κατεβάσει από την καμινάδα το κατσικάκι της.

- Τι έγιναν τα αδέρφια σου μικρό μου κατσικάκι;

- Ήρθε ο λύκος και τα πήρε μανούλα, εγώ πρόλαβα και κρύφτηκα στη καμινάδα του τζακιού. Τα πήρε τα πήρε μαζί του!

 Η κατσίκα ειδοποίησε τους γείτονες και εκείνοι ειδοποιήσαν την αστυνομία. Σε λίγη ώρα όλοι μαζί με αρχηγό το διοικητή της αστυνομίας, ξεκίνησαν για το σπίτι του γερολύκου. Μόλις φτάσανε εκεί, ο διοικητής πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε με προσοχή μέσα. Ο λύκος κοιμότανε του καλού καιρού και ροχάλιζε…και ευτυχώς τα έξι κατσικάκια ήταν ζωντανά. Ο διοικητής άνοιξε σιγά σιγά το παράθυρο για να μην ξυπνήσει το λύκο και τα κατσικάκια ένα ένα βγήκαν με προσοχή και πέσανε στην αγκαλιά της μανούλας τους. Τότε μπήκε ο διοικητής με τους αστυνομικούς και συνέλαβαν τον κακό τον λύκο και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.