Φωτογραφίες - μικρογραφίες από το σταθμό

 

 

 

 

Διεύθυνση:      

Χαριλάου Τρικούπη 32 16675 - Γλυφάδα

Τηλέφωνο:

210.9630880

E-mail: info@haidi.gr
Υπέυθυνοι
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΠΑΓΛΑΤΖΗ - ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ

Ακολουθήστε μας & δείτε τα νέα μας στο

You are here

Ο Πινόκιο

 

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας μαραγκός που τον έλεγαν Τζεπέτο. Ο Τζεπέτο ονειρευόταν σε όλη του τη ζωή να φτιάξει έναν μεγάλο ξύλινο κούκλο. Μα αυτό ήταν αδύνατο γιατί ο Τζεπέτο ήταν πολύ φτωχός. Σε όλη του τη ζωή δούλευε αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να εξοικονομήσει τα χρήματα που χρειάζονται για να αγοράσει το κατάλληλο ξύλο. Κάποια μέρα όμως ένας γείτονας που ήξερε τον καημό του Τζεπέτο τον λυπήθηκε και του χάρισε ένα μεγάλο κομμάτι ξύλο. Ο Τζεπέτο γέρος πια άρχισε σιγά σιγά να δουλεύει με πολύ κόπο για να φτιάξει τον ξύλινο κούκλο που σε όλη του τη ζωή είχε στο μυαλό του.

 - Χμ! θα φτιάξω την κούκλα που ονειρευόμουν σε όλη μου την ζωή. Θα είναι όμορφος και μεγάλος σαν κανονικό παιδί και θα τον ονομάσω Αχ! Πώς να τον ονομάσω; Το βρήκα θα τον ονομάσω Πινόκιο! Είχα κάποτε πολύ παλιά έναν φίλο που τον έλεγαν έτσι…. Πινόκιο. Ήταν ένας πολύ ευτυχισμένος και καλοσυνάτος άνθρωπος.

 - Ει! Γέρο!!! Όπως ξύνεις με γαργαλάς γέρο ακούστηκε μια φωνή να ξεπετάγεται από το ξύλο.

 - Μπα παραισθήσεις έχω; Δεν είναι δυνατόν μάλλον από τον ενθουσιασμό μου νομίζω ότι μου μιλεί το ξύλο ή τα έχασα, δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Κάτι γίνεται μέσα στο μυαλό μου χριστέ μου.

Και τότε ξανακούστηκε:

 - Τζεπέτο είσαι χαζός, Τζεπέτο είσαι χαζός.

Ο Τζεπέτο τότε φώναξε:

 - Όποιος μου μιλαει να μην κρύβεται και να φανερωθεί αμέσως εδώ μπροστά μου.

Όμως η φωνή συνέχισε να έρχεται από το ξύλο:

 - Τζεπέτο είσαι βλάκας Τζεπέτο είσαι βλάκας.

Ο γέρο Τζεπέτο ξαναφώναξε:

 - Κάτσε να τελειώσω τα χέρια του Πινόκιο και θα τα πούμε τότε, να δούμε ποιον λες εσύ για βλάκα.

Και τότε ξαφνικά:

 - Να! Ένα χέρι πετάχτηκε από το ξύλο.

 - Α! εσύ είσαι λοιπόν που βρίζεις ακόμα δεν πρόλαβα να τελειώσω το ένα σου χέρι και με μουντζώνεις παλιόπαιδο. Α! να χαθείς παλιό αλητάκο!

Ο Πινόκιο συνέχισε να φωνάζει:

 - Μέχρι να με τελειώσεις να δεις τι άλλο θα σου κάνω, δεν με ξέρεις καλά εμένα.

Ο γέρο Τζεπέτο άρχισε να γελάει:

 - Χάχα χα! Αχ παλιόπαιδο δεν με σέβεσαι διόλου. Εγώ σε φτιάχνω με τόση αγάπη σαν να είσαι ένας πραγματικός γιος μου και εγώ σαν να είμαι ο πραγματικός σου πατέρας, Αχ! Παλιόπαιδο.

Ο Πινόκιο όμως συνέχισε το βιολί του.

 - Ααα! Μη με σκοτίζεις τώρα γέρο.

Ο γέρο Τζεπέτο άρχισε να του λέει:

 - Ε! λοιπόν εσύ είσαι αδιόρθωτος. Τώρα λοιπόν  θα σου δώσω μια και θα βρεθείς μέσα στο τζάκι να γίνεις παρανάλωμα θα γίνεις στάχτη.

Ο Πινόκιο τρομοκρατήθηκε.

 - Τζεπετάκο μου, Τζεπετάκο μου εγώ είμαι ο Πινόκιο σου και στο τζάκι μη με πετάξεις. Εγώ είμαι το παιδάκι σου πατέρα Τζεπέτο. Αχ! Όχι πατέρα. Αχ όχι μη το κάνεις, μη το κάνεις.

Ο Τζεπέτο τρελάθηκε όταν ο Πινόκιο τον είπε πατέρα.

 - Αχου!!! Με είπε πατέρα! Αχου! Μη με παρεξηγείς παιδάκι μου Πινόκιο. Γέρος είμαι χούφταλο και έχω μια παραξενιά μη με παρεξηγείς παιδάκι μου. Όταν θα μεγαλώσεις θα μάθεις γράμματα, θα γίνεις καλό παιδί έτσι δεν είναι; Θα γίνεις χρήσιμος στην κοινωνία.

Ο Πινόκιο αμέσως είπε το ψέμα του:

 - Αχ! Πατερούλη θέλω να μάθω γράμματα και να γίνω ένα καλό παιδάκι. Δεν θα με κάψεις όμως ε; Δεν θα με κάψεις στο τζάκι; Έτσι δεν είναι;

Δεν ήταν δύσκολο να ραγίσει την καρδιά του Τζεπέτο.

 - Όχι Πινόκιο μου μη φοβάσαι. Σε αγαπάω, δεν σε πετώ εγώ μέσα στις φλόγες. Σε αγαπάω.

Έτσι ο γέρο Τζεπέτο έφερε στον κόσμο έναν ξύλινο κούκλο που είχε όλα τα χαρίσματα ενός πραγματικού παιδιού. Μπορούσε να μιλάει και να περπατάει. Όμως ο μικρός Πινόκιο είχε και πολλά μα πολλά ελαττώματα. Ήταν αυθάδης, ανυπάκουος και άτακτος. Την άλλη μέρα λοιπόν πρωί πρωί…

 - Έλα παιδάκι μου ξυπνά Πινόκιο, ξυπνά αγόρι μου.

Ο Πινόκιο δεν ξυπνούσε αλλά του είπε:

 - Άσε με, άσε με να κοιμηθώ λίγο ακόμα τι σε έπιασε  πρωί πρωί; Άσε με!

Ο Τζεπέτο συνέχισε:

 - Ξύπνα σου λέω, ξύπνα έχουμε δουλειές.

Αλλά και ο Πινόκιο συνέχισε και αυτός:

 - Ωχου πατέρα άσε με να κοιμηθώ λιγάκι ακόμα σου είπα. Ώχου μη με σκοτίζεις.

Και ο διάλογος συνεχίστηκε παρακάτω.

 - Σε αφήνω αλλά αυτό που σου έφερα θα το δώσω πίσω να δεις λοιπόν και εγώ.

Ο Πινόκιο αμέσως πετάχτηκε ξαφνιασμένος.

 - Αχ! Όχι πες μου τι είναι μη το δώσεις πίσω πατερούλη μου σε παρακαλώ! Έλα πατερούλη μου εγώ είμαι ένα καλό παιδάκι μη το δώσεις πίσω.

Ο Τζεπέτο είχε πιάσει το κόλπο.

 - Χμ! Αφού το θες λοιπόν είναι ένα αλφαβητάρι για να μάθεις γράμματα όταν θα πας στο σχολειό παιδάκι μου. Άχου! Τι χαρά!

 - Θα μάθω γράμματα, θα πάω σχολειό! Πω πω τι ωραία!

Στην αρχή φώναξε αλλά μετά

 - Άχου! τι κρύο που κάνει! Εσύ πατέρα είσαι με ένα πουκάμισο μα δεν κρυώνεις; Δεν κρυώνεις έτσι που χιονίζει; Έλα έλα φόρεσε το παλτό σου μπαμπούλη μου!

Και ο Τζεπέτο του είπε:

 - Δεν έχω παλτό παιδάκι μου! Το πούλησα εξάλλου είχε και πολύ ζέστη τόσο καιρό, είπε ψέματα ο Τζεπέτο.

 - Όοοοοχι! Ξέρω ότι το πούλησες για να μου αγοράσεις το αλφαβητάρι! Είσαι τόσο καλός πατερούλη μου τόσο καλός που ντρέπομαι που σου φέρθηκα τόσο άσχημα. Άσε με να σε αγκαλιάσω και να σε φιλήσω πατερούλη είπε ο Πινόκιο.

Την άλλη μέρα μόλις ξύπνησε λοιπόν ντύθηκε πήρε το αλφαβητάρι του και έφυγε γρήγορα για το σχολείο. Πήγαινε καμαρωτός καμαρωτός και συνέχεια σκεπτόταν:  

 - Σήμερα θα μάθω τα γράμματα αύριο θα μάθω να διαβάζω μεθαύριο θα μάθω αριθμητική θα γίνω έτσι αρκετά μορφωμένος και θα πιάσω μετά δουλειά. Με τα πρώτα λεφτά που θα πάρω θα αγοράσω στον πατέρα μου ένα παλτό αλλά τι παλτό; Όχι από ύφασμα αλλά από χρυσάφι και ασήμι και θα έχει και κουμπιά από ρουμπίνια πάνω του.

Έκανε σχέδια ο Πινόκιο και συνέχισε:

 - Του αξίζει του καημένου του γέρου είναι τόσο καλός! Εκείνος για να με σπουδάσει πούλησε το παλτό του και ξεπαγιάζει τώρα από το κρύο.

Ακούστηκε ξαφνικά μουσική.

 - Μπα! Τι μουσική είναι αυτή που ακούγεται; Για να πάω να δω!

 - Για περάστε για περάστε η παράσταση του κουκλοθέατρου αρχίζει σε λίγο. Για περάστε για περάστε σε λίγο αρχίζει η παράσταση των φασουλήδων.

 - Άχου! Αχ! Τι ωραία πρέπει τώρα να πάρω μια απόφαση! Να πάω σχολείο ή να δω την παράσταση με τους φασουλήδες; Αχ! Λέω σήμερα να δω το κουκλοθέατρο καλύτερα και αύριο να πάω στο σχολείο.

Μπήκε σε δίλλημα ο Πινόκιο και τελικά αποφάσισε!

 - Λοιπόν το πήρα απόφαση! Αύριο θα πάω στο σχολείο! Φίλε φίλε! Φίλε τι ώρα αρχίζει η παράσταση;

 - Αρχίζει τώρα! Μόλις που προλαβαίνεις.

 - Και πόσο κάνει παρακαλώ το εισιτήριο;

 - Μόνο 5 δραχμές!

 - Άχου! Μα εγώ δεν έχω τόσα λεφτά.

 - Αχαχαχαχα!!! Έλα έλα δεν έχεις 5 δραχμές; Ε! τότε λοιπόν δώσε μου το αλφαβητάρι σου.

 - Άχου! Δεν μπορώ να σας δώσω το αλφαβητάρι μου. Μου το πήρε ο πατέρας μου για να πάω στο σχολείο να μάθω γράμματα είπε ο Πινόκιο αλλά ο πορτιέρης συνέχισε:

 - Έλα έλα φύγε τώρα φύγε φύγε από την πόρτα γιατί με εμποδίζεις, εμποδίζεις τον κόσμο να μπει.

 - Εντάξει λοιπόν εντάξει! Το παίρνω απόφαση και εγώ ορίστε πάρτε το αλφαβητάρι μου και εγώ θα πάω μέσα να δω την παράσταση.  Ε! δεν μπορώ τι να κάνω; Θα το δώσω το αλφαβητάρι μου. Ουφ!!!

Άρχισε να κλαίει ο Πινόκιο αλλά το βιβλίο του το έδωσε στον πορτιέρη για να μπει χωρίς να σκεφτεί ότι ο φτωχός Τζεπέτο πούλησε το μονάκριβο του παλτό για το αλφαβητάρι.

Όταν λοιπόν μπήκε στο θέατρο ο Πινόκιο η παράσταση είχε ήδη αρχίσει. Ο Φασουλής και ο Περικλέτος τσακωνόντουσαν πάνω στη σκηνή .

 - Θα σου τσακίσω τα παΐδια με την σανίδα το κατάλαβες φασουλή; Εγώ είμαι ο Περικλέτος!

 - Κάτσε κάτω Περικλέτο! Κάτσε κάτω! Ε! Περικλέτο κοιτά εκεί κάτω είναι ο Πινόκιο.

 - Ε! Πινόκιο τι κάνεις;

 - Καλά είμαι!

 - Έλα γρήγορα επάνω στην σκηνή να σε σφίξουμε στην αγάλια μας.

 - Έλα να σε δούμε είμαστε τα ξύλινα αδέλφια σου. Του είπαν οι μαριονέτες.

 - Αλήθεια παιδιά; Έρχομαι αμέσως! Έρχομαι γρήγορα! Έρχομαι αμέσως!

Με τρία σάλτα ο Πινόκιο έφτασε στην σκηνή και το τι έγινε τότε δεν μπορώ αυτή την στιγμή να σας το περιγράψω. Η σκηνή γέμισε με περισσότερους φασουλήδες κολομπίνες μπαλαρίνες στρατιώτες όλοι αγκάλιζαν τον φίλο τους τον Πινόκιο. Γιατί βλέπετε όλοι ήταν ξύλινοι και όλοι ήταν αδέλφια. Οι θεατές διασκέδαζαν στην αρχή με όλη αυτή την φασαρία αλλά σε λίγο όρχησαν πια να κουράζονται. Ένας από τους θεατές φώναξε:

 - Φτάνει πια! Εδώ ήρθαμε για να δούμε το έργο και όχι τα καμώματα σας!

 - Το έργο το έργο φύγετε από την σκηνή!

 - Συνεχίστε λοιπόν το έργο εμείς πληρώσαμε τα εισιτήρια συνεχίστε και εσείς!

 - Θέλουμε την παράσταση!

 - Κύριες και κύριοι να μας συγχωρήσετε για την διακοπή αλλά για μας η σημερινή μέρα είναι πολύ μεγάλη γιατί συναντήσαμε τον αγαπημένο φίλο μας τον Πινόκιο και επειδή είμαστε συγκινημένοι λυπούμαστε αλλά δεν μπορούμε να συνεχίσουμε το έργο.

 - Αίσχος θέλουμε πίσω τα λεφτά μας! Δεν μπορείτε να μας κοροϊδεύεται τα λεφτά μας πίσω θέλουμε τα λεφτά μας.

Ο κόσμος άρχισε να διαμαρτύρεται φώναζε χτυπούσε τα καθίσματα ξαφνικά να σου και εμφανίζεται ο θιασάρχης. Ένας μεγάλος εύσωμος άντρας με πολύ μακριά μαύρα γένια που στο χέρι του κρατούσε ένα χοντρό και μακρύ καμτσίκι. Μόλις τον είδαν οι θεατές πάγωσαν από τον φόβο του και σώπασαν. Οι μικροί φασουλήδες στη σκηνή άρχισαν να τρέμουν από τον φόβο τους. Ο θιασάρχης γύρισε στον  Πινόκιο που τα είχε χαμένα και με βαριά φωνή του είπε:

 - Γιατί ήρθες και έκανες άνω κάτω το θέατρο μου και μου κατέστρεψες την παράσταση;

 - Σας παρακαλώ κύριε δεν φταίω εγώ σας ορκίζομαι είπε τρομαγμένος ο Πινόκιο.

 - Αρκετά λοιπόν με τις δικαιολογίες η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί και μόλις φύγει ο κόσμος θα τα πούμε εμείς οι δυο καλύτερα.

Πραγματικά μόλις τέλειωσε η παράσταση ο θιασάρχης παίρνει τον Πινόκιο από το χέρι και γρήγορα τον κατεβάζει κάτω στα καμαρίνια και τον κρεμάσει μέσα σε μια ντουλάπα. Τον άφησε εκεί μοναχό του και αυτός πήγε στο γραφείο του. Αργότερα είπε στον Φασουλή και τον Περικλέτο να τον φέρουν μπροστά του.

 - Φερτέ μου γρήγορα αυτόν τον ξύλινο κούκλο.

Έτσι και έγινε γκρεμοτσακίστηκαν και οι δυο και έφεραν γρήγορα τον Πινόκιο μπροστά του.

 - Για έλα εδώ εσύ. Πως σε λένε ξύλινε κούκλε; Χάρισε μας το ονοματάκι σου.

 - Πινόκιο κύριε, είπε φοβισμένος ο Πινόκιο

 - Για έλα εδώ κοντά χμ! βλέπω είσαι από πολύ καλό ξύλο φτιαγμένος. Νομίζω ότι αν σε ρίξω στο φούρνο θα μου φτάσεις για να ξεροψήσω το αρνί μου μια και μου τέλειωσαν τα ξύλα για έλα εδώ!!!

 - Όχι όχι!!! Όχι δεν θα το κάνετε αυτό κύριε σας παρακαλώ σας παρακαλώ! Ο Πινόκιο άρχισε να φωνάζει τρομαγμένος.

 - Αυτό θα το δούμε! Έλα εδώ σου είπα.

 - Αχ! Πατερούλη μου πατερούλη μου σώσε με!  Αχού! Μην αφήσεις να με κάψουν. Ο Πινόκιο έκλαιγε αλλά ο μπαμπάς του ο γερό Τζεπέτο δεν μπορούσε να τον ακούσει.

 - Καλά καλά μην κλαις δεν θα σε ρίξω στο φούρνο! Σταματά τώρα τις κλάψες. Μου φέρνουν πόνο και ανακατωσούρα στο στομάχι. Όψου! Βλέπεις φτερνίστηκα

 - Στην υγεία σας κύριε είπε ο ευγενικός Πινόκιο και ο θιασάρχης τον ρώτησε:

 - Δεν μου λες παιδί μου φώναξες πατέρα; Έχεις γονείς;

 - Έναν πατέρα μόνο κύριε έχω. Μητέρα εγώ δεν έχω. Δεν γνώρισα ποτέ!

 - Ποιος μπορεί να φανταστεί τον πόνο αυτού του φτωχού πατέρα; Αν σε έριχνα στα ανάμενα κάρβουνα; Αχ! Αχ! Μου έρχεται πάλι.. όψου!!

Ξαναφτερνίστηκε ο θιασάρχης.

 - Στη υγεία σας κύριε.

 - Ευχαριστώ παιδί μου. Κάποιος όμως πρέπει να τιμωρηθεί. Εσένα σε λυπήθηκα και σου χάρισα την ζωή στην θέση σου όμως θα βάλω φωτιά για να κάψω αυτόν εδώ τον Φασουλή εξάλλου αυτός φταίει που χάλασε η παράσταση γιατί τον άκουσα να σε φωνάζει Πινόκιο πάνω στη σκηνή έτσι τα κατέστρεψε όλα. Είμαι αποφασισμένος να τελειώσω το ψήσιμο του αρνιού γιατί θα τον κάψω. Αστυφύλακες Έλατε εδώ και πάρτε τον Φασουλή. Γδύστε τον και ριχτέ τον στη φωτιά.

 - Αχ!  Αχ! Δεν θα το ξανακάνω δεν θα διακόψω την παράσταση άλλη φορά, όχι δεν θα το ξανακάνω σας παρακαλώ κύριε.

 - Και εγώ σας παρακαλώ δείξτε ελεημοσύνη κάλε μου κύριε μην τον κάψετε άρχισε να φωνάζει και ο Πινόκιο.

 - Ως εδώ δεν υπάρχουν εδώ κύριοι λοιπόν σταματά τις κλάψες.

 - Μη σας παρακαλώ στρατηγέ μου μη!

 - Ούτε στρατηγός υπάρχει εδώ. Λοιπόν σταματά!

 - Σας ικετεύω εξοχότατε!

 - Χμ! τώρα είπες μια λέξη που μου αρέσει. Εδώ κάτι γίνετε.

Άρχισε να ηρεμεί ο θιασάρχης .

 - Τι θες λοιπόν από εμένα;

 - Να συγχωρέσετε τον φτωχό τον Φασουλή! Σας παρακαλώ!

Έπεσε στα γόνατα ο Πινόκιο.

 - Αυτό είναι αδύνατο μιας και συγχώρησα εσένα πρέπει να ρίχτει αυτός στην φωτιά!

 - Αφού είναι έτσι εμπρός λοιπόν κύριοι αστυφύλακες δέστε εμένα και ρίχτε με εμένα στην φωτιά δεν φταίει αυτός είπε θαρραλέα ο Πινόκιο.

 - Όχι όχι το απαγορεύω, δεν θέλω! Και ο Πινόκιο συνέχισε:

 - Δεν είναι καθόλου σωστό ο φτωχούλης ο Φασουλής να θυσιαστεί για μένα, όχι σας παρακαλώ συνέχισε να φωνάζει απτόητος ο Πινόκιο.

 - Αααψου! Αστυφύλακες κάτω τα χεριά από τον Πινόκιο. Πινόκιο είσαι ευγενικό παιδί με ανωτέρα αισθήματα έλα κοντά μου έλα και δώσε μου ένα φιλάκι εδώ στο μάγουλο.

Μαλάκωσε ο θιασάρχης.

 - Μετά χαράς μετά χαράς φώναξε ο Πινόκιο και ο θιασάρχης συγχώρεσε τον μικρό Φασουλή και ο Φασουλής άρχισε να χοροπηδεί και να φωνάζει: με συγχώρεσε με συγχώρεσε!

 - Ναι Φασουλή σε συγχώρεσα θα αναγκαστώ να φάω μισοψημένο το αρνί μου μα να το ξέρετε αλλοίμονο σε εκείνον που άλλη φορά θα κάνει του κεφαλιού του και θα μου σταματήσει στην μέση την παράσταση. Δεν μου λες Πινόκιο πως τον λένε τον πατέρα σου παιδί μου;

 - Τζεπέτο εξοχότατε είπε ο Πινόκιο.

 - Και τι δουλειά κάνει; Συνέχισε τις ερωτήσεις ο θιασάρχης.

 - Ήταν κάποτε μαραγκός μα τώρα γέρασε και δεν έχει πια δουλειά.

 - Ο περίεργος θιασάρχης συνέχισε και πάλι να ερωτάει:

 - Μήπως έχει περιουσία;

 - Περιουσία; Μα τι μου λέτε δεν έχει τίποτα ο καημένος σκεφτείτε πως για να μου αγοράσει  το αλφαβητάρι μου αναγκάστηκε να πουλήσει το μοναδικό του παλτό και τώρα τρέμει ο έρμος από το κρύο.

Ο θιασάρχης άρχισε να συγκινιέται.

 - Ωωω! τον δυστυχισμένο πόσο τον λυπάμαι τον πατέρα σου να πάρε παιδί μου αυτά τα πέντε χρυσά φλουριά κα τρέξε να τα δώσεις στον πατέρα σου μαζί με τους χαιρετισμούς μου.

Ο Πινόκιο άρχισε να χοροπηδεί.

 - Αχ! Σας ευχαριστώ εξοχότατε! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ πάρα πολύ!!!

Καταλαβαίνεται λοιπόν με πόση συγκίνηση ο Πινόκιο ευχαρίστησε τον θιασάρχη μετά χαιρέτησε όλους τους Φασουλήδες έναν ακόμα και τα μικρά ζωάκια του θιάσου και ξεκίνησε για το σπίτι του. Στο δρόμο σκαφτόταν πως αν και έκανε μια κακή πράξη πουλώντας το αλφαβητάρια του με μια άλλη καλή πράξη κέρδισε πέντε χρυσά φλουριά και με αυτά θα ξεκούραζε επιτέλους τον γερό Τζεπέτο και το πιο σημαντικό θα του αγόραζε ένα καινούριο παλτό καιρός ήταν αλώστε να δείξει και ο Πινόκιο πόσο πολύ αγαπούσε τον πατέρα του και πόσο τον ευγνωμονούσε που τον έφερε στον κόσμο. Έτσι από δω και μπρος ο Πινόκιο και ο μπαμπάς του ο γερό Τζεπέτο ήσαν αυτοί καλά και αγαπημένοι και εμείς καλύτερα και περισσότερο αγαπημένοι…