Φωτογραφίες - μικρογραφίες από το σταθμό

 

 

 

 

Διεύθυνση:      

Χαριλάου Τρικούπη 32 16675 - Γλυφάδα

Τηλέφωνο:

210.9630880

E-mail: info@haidi.gr
Υπέυθυνοι
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΠΑΓΛΑΤΖΗ - ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ

Ακολουθήστε μας & δείτε τα νέα μας στο

You are here

Το ασχημόπαπο

 

Καλοκαίρι, ζέστη πολύ, σκάει ο τζίτζικας, χρυσά στάχυα, ψιλές καλαμιές και μια πάπια που κλωσάει ανυπόμονη τα έξι αβγουλάκια της έχει βαρεθεί πια να κάθεται μόνη. Μακριά πέρα στην αυλή οι φιλενάδες της κάθονται όλες μαζί και αυτή μοναχούλα ζηλεύει. Κάποια μέρα όμως, ακούει μέσα στη σιγαλιά τσικ τσικ τσικ τσικ. Ήταν τα πέντε από τα έξι αυγά που σπάσανε και από μέσα τους βγήκαν πέντε κίτρινα πανέμορφα παπάκια που τρέξανε αμέσως να πέσουνε στη λίμνη. Πλαφ πλαφ πλατσούριζαν μέσα στα νερά. Το έκτο αυγό όμως δεν έσπαζε.

- Πακ Πακ ίσως να μην σπάει αυτό το αυγό γιατί έχει σκληρό τσόφλι. Είναι και μεγάλο δεν φανταζομαι να  μου έκαναν κανένα χοντρό αστείο και να με βάλανε να κλωσήσω αυγό γαλοπούλας.

Το έκτο αυγό όμως δεν άργησε και πολύ και έκανε ένα μεγάλο τσακ και ένα μεγάλο γκρίζο πουλί βγήκε από μέσα. Η μαμά πάπια τα έχασε.

- Τι κακάσχημο παπί είναι αυτό! Μα τι λέω; Αυτό δεν είναι παπί είναι σίγουρα γαλοπουλάκι. Μα αν πάλι ήταν γαλοπουλάκι δεν θα έπεφτε στη λίμνη και δεν θα κατάφερνε να κολυμπήσει. Είναι γνωστό οι γαλοπούλες δεν κολυμπάνε. Τι να πω; Ίσως να μην είναι και τόσο άσχημο. Μπορεί να μου φάνηκε έτσι, γιατί τα άλλα είναι τόσο όμορφα. Πακ πακ ίσως να φταίει η σύγκριση.

Η μαμά πάπια έβαλε μια φωνή και μάζεψε όλα τα παπάκια της γύρω της τους έριξε μια ματιά και με αποφασιστική φωνή τους είπε.

- Εμπρός όλα στη στεριά, φτερούγες κολλητές στο σώμα, ψηλά το κεφάλι, βήμα σταθερό. Θα πάμε να σας παρουσιάσω στις φίλες μου, γιατί θέλουνε πολύ να σας γνωρίσουν. Μέρες τώρα σας περιμένουν. Εσύ το μεγάλο το γκρι με τις μεγάλες φτερούγες, εσύ να έρχεσαι στο τέλος και φρόντισε να κρύβεσαι λίγο για μα μην πολυφαίνεσαι.

Το παπάκι πληγώθηκε πολύ από τα λόγια της μάνας του αλλά πληγώθηκε ακόμα περισσότερο όταν φτάσανε στην αυλή. Όταν άνοιξαν τα κοτέτσια για να δουν τα νεογέννητα, τα πουλερικά πιασαν   στη κοροϊδία το καημένο το ασχημόπαπο.

- Κακακα καλέ τι τέρας είναι αυτό, πρώτη φορά βλέπω τέτοιο άσχημο παπί. Κοκοκο δεν βρίσκεται καμιά γάτα να το φάει; Τούτο εδώ θα ασχημύνει την γειτονία μας για δες πατούσες καλέ που τις έχει! Αμ τα φτερά του ίδιος σκαντζόχοιρος!

 Τέτοιες και άλλες παρόμοιες κοροϊδίες δεχόταν το καημένο το ασχημόπαπο από τα άλλα πουλερικά της αυλής. Αλλά δεν ήτανε μόνο αυτό, ακόμα και το κορίτσι που τους έφερε τροφή, μόλις είδε το ασχημόπαπο  το κλώτσησε.

- Φύγε εσύ από εδώ,  άσχημο.

 Το βράδυ η μάνα πάπια θεώρησε πως έπρεπε να το απομακρύνει, να το χωρίσει από τα άλλα αδερφάκια του γιατί φοβήθηκε πως η ασχήμια του ήταν κολλητική.

- Δεν έχω θέση σε τούτη εδώ την αυλή, ακόμα και η μανούλα μου με περιφρονεί, πρέπει να φύγω να βρω την τύχη μου πολύ μακριά από εδώ. Ίσως κάτι καλύτερο υπάρξει και για μένα.

 Το ασχημόπαπο κάνοντας αυτές τις σκέψεις πήδηξε τον μαντρότοιχο και έφυγε πολύ μακριά με την καρδιά του γεμάτη πίκρα. Περπάτησε περπάτησε και όπου περνούσε τα ζωντανά φεύγαν από μπροστά του σχολιάζοντας την ασχήμια του. Κουρασμένο έπεσε να κοιμηθεί στις όχθες μιας λίμνης και όταν ξημέρωσε άκουσε μια οικογένεια από αγριόχηνες να συζητούν πολύ κοντά του. Η αγριόχηνα του φώναξε:

- Δεν φαίνεται σόι.

- Εμάς μας αρέσει όμως, και θέλουμε να έρθει μαζί μας να παίζουμε μαζί μανούλα δεν μας νοιάζει η εξωτερική του ομορφιά. Φαίνεται να είναι καλό να το φωνάξουμε μαζί μας.

- Φίλε γιατι είσαι μόνος; Θέλεις να έρθεις μαζί μας να κάνουμε παρέα;

- Το ρωτάτε; Βέβαια και θέλω. Το μόνο που ζητάω εγώ είναι να με αφήνεται να τσιμπάω κανένα σκουληκάκι και να πίνω λιγουλάκι νερό.

Την ίδια στιγμή όμως ακούστηκαν τουφεκιές στον αέρα και έγινε μεγάλη αναταραχή.

- Τρέξτε να κρυφτούμε!! Κυνηγοί! Κυνηγοί θα μας σκοτώσουν! Τρέξτε!

Τέτοια ήταν η τύχη του αγριόπαπιου πάνω που βρήκε δυο φίλους τους έχασε. Εξαφανίστηκαν στην προσπάθεια τους να γλιτώσουν από τους κυνηγούς. Το ασχημόπαπο δε γνώριζε τι ακριβώς ήταν οι κυνηγοί, ανέμελο λοιπόν όπως ήταν εξακολούθησε να κάθεται μέσα στις καλαμιές κοντά στη λίμνη. Σε λίγο ένα τεράστιο σκυλί με κρεμασμένη γλώσσα και μάτια που άστραφταν, κόλλησε την μουσούδα του στο παπί, το μύρισε καλά καλά και συνέχισε το δρόμο του χωρίς να το αγγίξει.

- Σκέψου πόσο άσχημο είμαι που και αυτό το πεινασμένο τέρας δεν καταδέχτηκε ούτε να με φάει.

 Πήρε δρόμο το ασχημόπαπο, άρχισε να τρέχει ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Έτρεξε, έτρεξε όπου νυχτώθηκε κουρασμένο  σε μια κοιλάδα. Στη μέση της κοιλάδας ήταν ένα πολύ μικρό σπιτάκι. Από την καμινάδα του έβγαινε καπνός και μοσχοβολιά φαγητού. Η κοιλιά του ασχημόπαπου πήγε να σπάσει από την πείνα. Αποφάσισε λοιπόν δειλά δειλά χτυπήσει την πόρτα.

- Με συγχωρείται που σαν ανήσυχο είμαι όμως κουρασμένο και πεινασμένο, θα μπορούσατε μήπως να με φιλοξενήσετε;

- Έλα μέσα παράξενο παπάκι, σε αυτό το σπίτι μένω εγώ και έχω για παρέα μου αυτή την κοντοποδαρούσα κότα και αυτόν εκεί το γάτο που γέμισε με ψύλλους. Ελπίζω να είσαι θηλυκό, και να μου κάνεις κανένα αυγό. Έλα να φας λίγο χυλό τώρα και να δαμάσεις την πείνα σου.

Το ασχημόπαπο καταβρόχθισε λαίμαργα το χυλό. Η κότα και ο γάτος κοίταζαν με μισό μάτι το παπί. Το ασχημόπαπο  έμεινε στο σπίτι της γιαγιάς για ένα ολόκληρο μήνα. Η γριά έψαχνε για κανένα αυγό, αυγό πουθενά.

- Αχ φαίνεται πως είναι αρσενικό το παπί, άδικα περιμένω να γεννήσει, τζάμπα το ταΐζω.

- Άχρηστο το ασχημόπαπο, νιαου τι το θέλουμε εμείς εδώ μέσα; Νιαου ούτε να ρουθουνίζει δεν ξέρει το άχρηστο νιαου;

- Κοκοκοκο ούτε γεννάει αυγά ο ακαμάτης. Να τον διώξουμε από το σπίτι μας.! Ήμασταν καλύτερα μόνοι μας! Περίσσευε και φαγητό κοκοκοκο!

 Έτσι έκαναν η κότα και ο γάτος ομόφωνα και θελαν να διώξουν με κλωτσιές το ασχημόπαπο! Εκείνο πήρε το δρόμο λυπημένο, ο ουρανός γκρίζος γεμάτος σύννεφα που μαρτυρούσαν το χειμώνα που πλησίαζε. Όταν κουράστηκε, στάθηκε λιγάκι να ξεκουραστεί. Άκουσε φτερουγίσματα ψηλά στον ουρανό και έστρεψε το κεφαλάκι του προς τα εκεί.

- Αχ τι όμορφη συντροφιά είναι αυτή! Κατάλευκα πουλιά με μακριούς καμπυλωτούς λαιμούς πετούνε προς τα νότια, πηγαίνουν στις ζεστές χώρες να ξεχειμωνιάσουνε φαίνεται, έτσι έχω ακούσει. Αχ τι τυχερά που είναι θεούλη μου, μου φαίνεται λες και τα ξέρω χρόνια σαν να έχω ζήσει και εγώ μαζί τους. Αχ και να μπορούσα να πήγαινα και εγώ μαζί αλλά τα φτερά μου είναι τόσο μικρούλια για τέτοιο ταξίδι. Είναι και τόσο άσχημα και τόσο γκρίζα.

Το άσχημο παπάκι έμεινε εκεί στη λίμνη μοναχό του, η ζωή του όλο και γινότανε πιο δύσκολη γιατί ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Αναγκαζότανε να κολυμπάει στα παγωμένα νερά για να μην κοκαλώσει. Ένα βράδυ αποκοιμήθηκε πάνω στο νερό. Το πρωί σαν ξύπνησε είδε πως όσο κοιμόταν η λίμνη είχε παγώσει γύρω  του και τον αιχμαλώτισε μέσα στους πάγους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είδε έναν κυνηγό να πλησιάζει κατατρομαγμένο έβαλε όλη του την δύναμη να βγει από τον πάγο και πέταξε ψηλά! Μα πως τα κατάφερε; Ποτέ του δεν φαντάστηκε πως θα μπορούσε να πετάξει! Και τώρα να που τα κατάφερνε και να πετάξει και να γλιτώσει από τον κυνηγό. Ο χειμώνας περνούσε πολύ δύσκολα για το ασχημόπαπο. Κρύο, πείνα και χιόνι και ατέλειωτες κοροϊδίες από το κάθε ζωντανό που βρισκόταν μπροστά του. Έχει όμως ο καιρός γυρίσματα και η άνοιξη άρχισε να δείχνει τα πρώτα της σημάδια. Λουλουδάκια σιγά σιγά βγαίνανε, ο ήλιος άρχισε να λάμπει, ευωδιές παντού. Άρχισε να θαυμάζει την φύση το παπάκι μας όταν μια μέρα…

- Αχ τι όμορφη μέρα και τα υπέροχα άσπρα πουλιά που είχαν φύγει το φθινόπωρο για τις ζεστές χώρες γυρίζουνε και πάλι. Αχ πόσο όμορφα είναι! Αχ γιατί μερικά ζώα να είναι τόσο όμορφα και άλλα τόσο άσχημα όσο εγώ. Γιατί άραγε γιατί; Θα τα πλησιάσω θέλω να ζήσω λίγο κοντά τους να χαρώ την ομορφιά τους δεν αντέχω άλλο την μοναξιά αυτή! Ας με χτυπήσουνε, ας με τσιμπήσουνε ας με σκοτώσουνε, εγώ θα πάω κοντά τους.

Όταν όμως το ασχημόπαπο πλησίασε τα λευκά πουλιά σήκωσαν όλα τα φτερά τους ψηλά και τις ανοιγόκλεισαν με δύναμη. Δεν έδειξαν να έχουν εχθρικές διαθέσεις για το ασχημόπαπο μας, ίσα ίσα σε λίγο το πλησίασαν και άρχισαν να τρίβουν τον υπέροχο κατάλευκο λαιμό τους επάνω του, να το χαϊδεύουν και να του δείχνουνε μεγάλη αγάπη.

- Αχ φίλοι μου σας ευχαριστώ που δεν με σκοτώνετε, που δεν με κοροϊδεύετε. Πρώτη φορά συναντάω τέτοια καλή συμπεριφορά.

- Μα τι λες; Να σκοτώσουμε το αδερφάκι μας; Ποτέ! Εμείς το αδερφάκι μας το αγαπάμε, παίζουμε μαζί, κάνουμε παρέα.

- Μα γιατί με κοροϊδεύετε; Εγώ ξέρω πως είμαι ένα γκρίζο ασχημόπαπο, ένα χαζό παπάκι.

- Αχ δεν είναι δυνατόν να λες τέτοια λόγια παρά μόνο αν δεν έχεις δει ποτέ τον εαυτό σου.

- Έλα έλα δεν είναι δύσκολο σκύψε και κοίταξε στα ήσυχα νερά της λίμνης και η αλήθεια θα φανεί.

Το ασχημόπαπο  τα είχε χαμένα, έσκυψε στη λίμνη και τότε είδε τον εαυτό του να καθρεφτίζετε μέσα στο νερό. Αλήθεια έλεγε ο κύκνος. Δεν ήταν πια γκρίζο και άσχημο με αγκαθωτά κοντά φτερά. Μέσα στο χειμώνα που είχε περάσει, είχε μεταμορφωθεί σε ένα πανέμορφο, κατάλευκο πουλί με μακρύ λυγερό λαιμό. Ήταν το ίδιο και απαράλλακτο με τα πουλιά που τόσο πολύ θαύμαζε. Κανένας πια δεν θα μπορούσε να τον κοροϊδέψει. Ήταν τόσο όμορφο, ήταν ένας όμορφος κύκνος. Εκείνη την ώρα κάτι παιδιά ήρθανε στη λίμνη, να ρίξουνε ψωμάκια στους κύκνους.

- Αχ κοίτα, κοίτα ένας καινούργιος κύκνος!

- Άχου ο καινούργιος κύκνος είναι ομορφότερος από όλους τους άλλους.

Επιτέλους κατάλαβε τι κι αν τον κλώτσησε μια πάπια, τι κι αν το περιφρόνησαν όσοι δεν τον ήξεραν εκείνος είναι ένα όμορφος κύκνος, ήρθε η ευλογημένη ώρα και φανερώθηκε ποιος ήταν πραγματικά. Ένας ολόλευκος κύκνος με περήφανο, καμπυλωτό λαιμό.

- Είμαι κύκνος, είμαι ευτυχισμένος! Η ψυχή μου είναι γεμάτη με υπέροχα αισθήματα! Έλα αδέρφια μου να έρθω μαζί σας το φθινόπωρο!

- Αχ μα φυσικά. Είσαι ένας από εμάς, είναι δυνατόν να σε αφήσουμε πίσω μόνο σου; Να παλέψεις πάλι με το κρύο και το χιόνι αδερφέ μου;

Έτσι του είπαν και ο όμορφος  κύκνος μας έζησε υπέροχα ανάμεσα στους άλλους κύκνους. Κάπου κάπου θυμόταν τις κοροϊδίες και την περιφρόνηση που γνώρισε όταν ήταν μικρός, μα δεν κρατούσε κακία σε κανένα η μεγαλόψυχη καρδιά του ήταν γεμάτη από αγάπη και ευτυχία. Μια ευτυχία που δεν είχε ποτέ τολμήσει να φανταστεί τότε που όλοι τον κορόιδευαν, τότε που όλοι τον κλοτσούσαν, τότε που όλοι του έκλειναν τις πόρτες και τον φώναζαν ασχημόπαπο.Και έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα...